9 Δεκεμβρίου 2011

“Molinology” ή “Mylology”

Ο όρος “molinology” καθιερώθηκε στο 1ο Διεθνές Συμπόσιο Μυλολογίας στο οποίο συναντήθηκαν οι εκπρόσωποι των Εθνικών Ευρωπαϊκών Οργανώσεων, ιδρύοντας την TIMS, που έγινε στο Cascais της Πορτογαλίας το 1965.  Η πρόταση για την καθιέρωσή του ήταν του διαπρεπούς πορτογάλου μυλολόγου Dr. João Miguel dos Santos Simões ο οποίος πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο προσδιορίζοντας και το περιεχόμενό του (βλ. Πρακτικά 1ου Συμποσίου, έκδοση Danske Mollers Venner-TIMS, Lyngby 1977, σελ. 41-42).  Στο Συμπόσιο δεν συμμετείχε η Ελλάδα, διότι ως τότε πολύ λίγες μεμονωμένες ατομικές προσπάθειες είχαν γίνει για τη μελέτη των μύλων και το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων (Ι.τ.Ε.Μ.) δεν είχε ακόμη ιδρυθεί.  Έκτοτε ο όρος “molinology” χρησιμοποιείται διεθνώς όπως και το “molinologist” για τους ασχολούμενους με τους μύλους.

Το 2007, ο φιλόλογος Χρίστος Ι. Μακρής, από την Κρήτη, στο βιβλίο του “Οι νερόμυλοι στα Φαράγγια του Κουρταλιώτη, του Κοτσυρφού και ο Πηγαδόμυλος του Δήμου Φοίνικα Ρεθύμνου στην Κρήτη” (Έκδοση Ι.τ.Ε.Μ., Αθήνα 2007, κεφ. Δ΄, σελ. 136-140), έθεσε το θέμα αντικατάστασης του όρου “molinology” ο οποίος έχει λατινική ρίζα με τον όρο “mylology” ο οποίος έχει σαν ρίζα την ελληνική λέξη “μύλος”, θεωρώντας ότι αυτό θα ήταν γλωσσολογικά και ιστορικά ορθό.  Ο Μακρής τονίζει την έντονη επίδραση που άσκησαν τα ελληνικά στα λατινικά αναφέροντας ότι η αρχαία ελληνική λέξη ήταν “μύλη” και μετά εμφανίστηκε το “μύλος” και ότι οι ρωμαίοι τις προσάρμοσαν στον τύπο “mola”, ενώ στη νεότερη δημώδη λατινική εμφανίζεται το “molinum” από το οποίο προήλθε το “molinology”. Τέλος εξηγεί το τι σημαίνει στα ελληνικά το ομόηχο ρήμα “μολύνω”.

Επειδή το βιβλίο του Μακρή περιλαμβάνει μόνο μία πολύ μικρή αγγλική περίληψη, ο τ. Πρόεδρος της TIMS Michael Harverson παρακάλεσε να μεταφρασθεί ολόκληρο το σχετικό κείμενο στα αγγλικά, προκειμένου να το μελετήσει, όπως και έγινε.  Στη συνέχεια ανέλυσε το θέμα με άρθρο του, στο περιοδικό της TIMS International Molinology. Journal of The International Molinological Society” (τχ. 78, Ιούνιος 2009, σελ.45).  Ο Harverson, ο οποίος στο παρελθόν είχε γνωρίσει τον Μακρή, συμμερίζεται την επιχειρηματολογία του, αναλύοντας την διεξοδικά, παράλληλα όμως αναφέρει ότι ο όρος “molinology” έχει αποκτήσει τέτοια αξία πια, ώστε συμπεριλαμβάνεται στο Oxford English Dictionary, καταλήγοντας ότι το πρόσωπο που εισηγήθηκε τον όρο, δεν τον εξέτασε πρώτα σε βάθος.  Τέλος προτείνει να αναφερόμαστε στη μελέτη των μύλων με τον όρο “mylology” διότι εάν η TIMS επιμείνει στη χρήση του “molinology” είναι σαν να θεωρούμε ότι ο νερόμυλος πρωτοεμφανίστηκε στην Ιταλία ή την Ισπανία κατά τη νεολατινική περίοδο, ενώ έφθασε σ’ αυτές τις περιοχές μετά την εφεύρεση και χρήση του στην περιοχή της γέννησής του.  Θεωρεί δε, όπως και ο Μακρής, τον όρο “molinology” ως επιστημονικά ανορθόδοξο και ιστορικά λανθασμένο.

Μετά από αυτά ο νυν Πρόεδρος της TIMS, Willem van Bergen, έφερε το θέμα για μία πρώτη συζήτηση στο ετήσιο Διοικητικό Συμβούλιο που συνεδρίασε στην Πράγα το τέλος Αυγούστου 2009, αναλύοντας τις απόψεις του προκατόχου του Harverson. Ο παριστάμενος Στέφανος Νομικός, σας αντεπιστέλλον μέλος (Corresponding Member) του Δ.Σ., εκπροσωπώντας την Ελλάδα, υποστήριξε τις “ελληνικές” απόψεις, τονίζοντας ότι η ρίζα της λέξης “μύλος” εμφανίζεται στην ελληνική μυθολογία (Ζεύς Μυλέας κλπ.) πολύ πριν χρησιμοποιηθεί το “mola” στα λατινικά και ότι έτσι κι’ αλλιώς στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε ήδη τον “νέο” όρο “μυλολογία” και ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιήσομε το “μολινολογία”.

Το θέμα έμεινε εκκρεμές προκειμένου να ξανασυζητηθεί, αλλά υπήρξαν αντιδράσεις με κύριο επιχείρημα ότι ο όρος έχει πια καθιερωθεί εδώ και 44 χρόνια (ως το 2009) που χρησιμοποιείται διεθνώς.  Καλό θα είναι να υπάρξουν και άλλες ελληνικές απόψεις.

1 Δεκεμβρίου 2011

Η χάρτα του Nizhny Tagil για τη βιομηχανική κληρονομιά

Ιούλιος 2003, Nizhny Tagil, Ρωσία

Αρχαία λατομεία, υπολείμματα σιδηροτροχιών στο έδαφος και μεταλλικών αποβάθρων εκφόρτωσης στις ακτές, μισογκρεμισμένα κτίσματα αποθήκευσης ή ακόμη εγκαταλελειμμένες βιοτεχνικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, πολύτιμα δείγματα της βιομηχανικής και μεταλλευτικής δραστηριότητας, υπάρχουν διάσπαρτα στον Ελληνικό χώρο.

Στο τέλος του 18ου αιώνα, οι καινοτομίες στη χρήση της ενέργειας και η τεχνολογική ανάπτυξη οδήγησαν σε απότομες αλλαγές, με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις. Η Βιομηχανική Επανάσταση ήταν η απαρχή ενός ιστορικού φαινομένου που επηρέασε μεγάλα τμήματα του ανθρώπινου πληθυσμού. Τα υλικά κατάλοιπα αυτών των αλλαγών έχουν παγκόσμια ανθρώπινη αξία και η σπουδαιότητα της μελέτης και της διατήρησης αυτών των καταλοίπων πρέπει να αναγνωρισθεί προς χρήση και όφελος του σήμερα και του αύριο. Η βιομηχανική κληρονομιά είναι αναπόσπαστο μέρος της πολιτισμικής κληρονομιάς, η οποία με τη σειρά της είναι το πρωταρχικό στοιχείο για την βιώσιμη ανάπτυξη μιας κοινωνίας.

Η βιομηχανική κληρονομιά, σύμφωνα με το TICCIH, είναι τα κατάλοιπα του βιομηχανικού πολιτισμού που έχουν ιστορική, τεχνολογική, κοινωνική, αρχιτεκτονική ή επιστημονική αξία και μπορεί να περιλαμβάνουν από κτίρια και μηχανήματα, μέχρι χώρους μεταποίησης και διύλισης καθώς και χώρους κοινωνικών δραστηριοτήτων σχετικών με τη βιομηχανία.

Η Βιομηχανική Αρχαιολογία γεννημένη στις αρχές του ’50 στην Αγγλία, αφορά από μια άποψη την ιστορία της αρχιτεκτονικής και του τόπου και από μια άλλη την τεχνολογία, τις κοινωνικές επιστήμες και την ιστορία. Είναι σύμφωνα και με τη Χάρτα του Nizhny Tagil, μια διεπιστημονική μέθοδος μελέτης όλων των μαρτυριών, υλικών και άϋλων, των τεκμηρίων, των τεχνουργημάτων, της στρωματογραφίας και των κατασκευών, των ανθρώπινων οικισμών και των φυσικών και αστικών τοπίων που δημιουργήθηκαν για ή από τη βιομηχανική διεργασία. Η έννοια της βιομηχανικής αρχαιολογίας λοιπόν, είναι η μελέτη του συνόλου των παραγωγικών εγκαταστάσεων.