30 Νοεμβρίου 2011

Η Πλούμπω και οι καλικάτζαροι

Μια φορά κι έναν καιρό, από 'δω και πολλά πολλά χρόνια, σε ένα χωριό όλες οι χωριανές είχανε τελέψει τα χριστόψωμα τους από την παραμονή του Χριστού, έξω από μια χήρα γυναίκα, που με τα πολλά ζόρια, έδωσε ο Θεός και μπόρεσε ν'αγοράσει στάρι.
Το φόρτωσε, λοιπόν, στο γαϊδουράκι της και το'στείλε με τη θυγατέρα της, την Πλούμπω, στο μύλο να τ'αλέσει.
Σαν έφτασε εκείνη στο μύλο, φωνάζει του μυλωνά να'ρθει να τη βοηθήσει, να ξεφορτώσει το γάϊδαρο:
-Μπάρμπα Θανάση, μπάρμπα Θανάση. Ματ'αδίκου.
Δε χάνει τότες καιρό κι εκείνη, πιάνει και δένει το γαϊδουράκι της σ'ένα δέντρο και μια και δυο μπαίνει στο μύλο. Βάζει ν'αλέσει μοναχή της κι εκοίταζε να προκάμει, προτού να βγουν οι καλικάντζαροι.
Δεν είχε αλέσει, όμως, ούτε το μισό και φτάνουν τα μεσάνυχτα. Ακούει τότες όξω απ'το μύλο κάτι στριγκές φωνές και μεγάλο σαματά.
Πάγωσε το αίμα της από το φόβο και πέφτει μπρούμυτα. Έπειτα από λίγο παύουν οι φωνές κι ακούει μόνο ψιθυρίσματα.
Στρέφει και τι να ιδεί; Όλος ο μύλος ήταν γεμάτος από καλικάντζαρους...
Ορμάνε τότες απάνω της και της φωνάζουν με άγριες φωνές:
-Έλα, έλα, νύφη έλα να χορέψομε!
Η Πλούμπω δεν τα έχασε, για να ξεφύγει όμως από τους καλικάντζαρους τους λέει:
-Έτσι χορεύει η νύφη;
-Αμ, πώς χορεύει η νύφη; λεν εκείνοι.
-Θέλει φουστάνι μεταξωτό, λέει η Πλούμπω.
Εξαφανίστηκαν τότες οι καλικάντζαροι και σε λίγη ώρα γυρίζουν μ'ένα ωραίο φουστάνι μεταξωτό και της λένε:
-Έλα, έλα νύφη, έλα να χορέψομε!
-Έτσι χορεύει η νύφη; λέει πάλι αυτή.
-Αμ, πώς χορεύει η νύφη;
-Θέλει και ζώνη χρυσή!
Τρέχουν πάλι, της φέρνουν και τη ζώνη τη χρυσή.
Και για να μην τα πολυλογούμε, τους έστειλε ετσιδά πολλές φορές, ζητώντας κι άλλα στολίδια και στο τέλος, τους στέλνει να της φέρουν γάντια κεντητά.
Οι καλικάντζαροι άργησαν να γυρίσουν, γιατί δε στάθηκε εύκολο να'βρουν γάντια στο χωριό, καθώς ήβραν τ'άλλα στολίδια, που τα πήραν από σπίτια, που δεν είχαν θυμιατό με θυμίαμα μπροστά στις εικόνες.
Κι ωσότου να γυρίσουν, φορτώνει η Πλούμπω το άλεσμα στο ζώο της, βάνει στο ένα πλευρό το ένα σακί, στ'άλλο τ'άλλο, από πάνω το τρίτο και χώνεται κι αυτή από κάτω και κρύβεται. Το ζώο τράβηξε για το χωριό.
Σαν γύρισαν στο μύλο οι καλικάντζαροι δεν ήβραν την Πλούμπω. Τρέχουν πίσω, βλέπουν το γάϊδαρο, μα η κόρη πουθενά.
-Πού είναι η νύφη; λένε.
-Πλούμπω εδω, Πλούμπω εκει, πίσω είναι η νύφη!
Γυρίζουν στο μύλο. Τηράνε εδω, τηράνε εκει, πουθενά Πλούμπω! Σαν είδανε κι απόειδαν πως δεν ήτανε, αρχίνησαν τους άραχλους τους κουτσούς στο ξύλο.
Μα εκείνοι όσο τις έτρωγαν τόσο εσκούζανε:
-Πλούμπω δω, Πλούμπω κει, Πλούμπω μέσα στο σακί!
Τρέχουν πίσω. Για να ιδούν καλά μην ήτανε κρυμμένη στο σακί, χύνουν το άλεσμα κι από'δω πάνε κι οι άλλοι.
Έτσι, τρέξε δω και τρέξε κει, ψώτισε η μέρα κι οι καλικάντζαροι κρύφτηκαν στις τρύπες του μύλου, για να βγουν την άλλη νύχτα, που τελείωνε η βασιλεία τους στη γη.
Φτάνει η Πλούμπω στο χωριό κι ο πετεινός, που κατάλαβε τι έγινε στο μύλο, άρχισε να κράζει χαρούμενος:
-Κικιρίκου, Κικιρίκου! Να, η Πλούμπω έρχεται. Έρχεται μετά χρυσά, έρχεται με τ'αργυρά. Κικιρίκου, Κικιρίκουουου!
Μπαίνει η Πλούμπω στο σπίτι και τα διηγείται όλα στη μάνα της, τι συνέβηκε στο μύλο και πώς ξεγέλασε τους καλικάντζαρους.
Την άλλη νύχτα βγαίνει ο πιο μεγάλος καλικάντζαρος και γυρνάει ώρα πολύ, μιαν εδώ και μιαν εκεί, να'βρει το κορίτσι.
Και δεν μπόρεσε να την βρει κι έσκασε απ'το θυμό του.
Ε! μείναμε τότες κι εμείς εδώ, στις ζέστες μας και στα μπαμπάκια μας.

http://www.fte.org.gr/datadoc/an_12_09.doc

Δεν υπάρχουν σχόλια: